Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Καλές γιορτές!

 

 

Γ. Ιακωβίδης, "Παιδική συναυλία, 1900, Λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Κουτλίδη, Εθνική Πινακοθήκη

 

 


 

                                             Γεώργιος Ιακωβίδης - Wikiwand 

 

      Ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853 - 1932) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους. Σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας (τη μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) και ανάμεσα στους δασκάλους του ήταν και ο Νικηφόρος Λύτρας. Το 1887 αποφοίτησε με άριστα, έλαβε έλαβε υποτροφία από το ελληνικό κράτος και αναχώρησε για το Μόναχο, όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Παρέμεινε στο Μόναχο δεκαεπτά χρόνια και δημιούργησε δικό του εργαστήριο και σχολή ζωγραφικής. Με το ταλέντο και την εργατικότητά του, έγινε ευρύτατα γνωστός στην Ευρώπη, έλαβε δε πάμπολλα βραβεία και διακρίσεις.

Το 1900, ιδρύθηκε η Εθνική Πινακοθήκη και ο Ιακωβίδης κλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να επιστρέψει στην Ελλάδα και διορίστηκε πρώτος της έφορος. Το 1904 διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, διαδεχόμενος το δάσκαλό του Νικηφόρο Λύτρα και το 1910 έγινε διευθυντής της.

Η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση τον Νοέμβριο του 2005.  

 

                                      Το έργο του 

 

     Ο Ιακωβίδης αν και ακολούθησε το γερμανικό ακαδημαϊκό νατουραλισμό της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου, τα θέματά του είναι ζωντανά και γεμάτα από το ελληνικό φως. Στα χρόνια της παραμονής του στη Γερμανία τα θέματα του ήταν κυρίως σκηνές της καθημερινής ζωής, ιδίως συνθέσεις με παιδιά, εσωτερικά σπιτιών, νεκρές φύσεις, ανθογραφίες και άλλα. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα στράφηκε προς την δημιουργία πορτραίτων και υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους Έλληνες προσωπογράφους.

Έχει αφήσει μεγάλο ζωγραφικό έργο, περί τους 200 ελαιογραφικούς πίνακες, που σώζονται στα μεγαλύτερα μουσεία της Ευρώπης και Αμερικής, στην Πινακοθήκη Αθηνών και σε διάφορες ιδιωτικές συλλογές. Διακρίθηκε ως ζωγράφος παιδικών σκηνών, προσωπογραφίας και ανθογραφίας. 

Από τα έργα του τα πλέον γνωστά είναι: η «Παιδική συναυλία», ο «Παιδικός καυγάς», ο «κακός εγγονός», το «Σκουλαρίκι», ο «Πάππος και εγγονός», τα «Πρώτα βήματα», η «Μητρική στοργή», το «Κτένισμα της εγγονής», η «Κρέουσα» κ.ά. Οι παιδικές σκηνές των έργων του χαρακτηρίστηκαν δείγματα νατουραλιστικής ειλικρίνειας.


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

«Λέων του Ναυπλίου»: Ένα μνημείο για τα θύματα μιας επιδημίας

 

 

 

 

 


      Στο Ναύπλιο υπάρχει εδώ και πάνω από 180 χρόνια ένα μνημείο το οποίο είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Ο τεραστίων διαστάσεων κοιμώμενος «Λέων των Βαυαρών»  ή «θλιμμένος Λέων του Ναυπλίου», είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές βραχογραφίες και αποτελεί ένα γνωστό αξιοθέατο του Ναυπλίου.

Ο λόγος που δημιουργήθηκε, ήταν για να αποδώσει φόρο τιμής στα θύματα μιας επιδημίας εκείνης της εποχής. Πρόκειται για την επιδημία κοιλιακού τύφου, ενός ιού - βακτηρίου, που αποδεκάτισε εκατομμύρια ανθρώπους στις αρχές του 19ου αιώνα. Η επιδημία κοιλιακού τύφου αποδεκάτισε, παράλληλα με τον πληθυσμό των κατοίκων του Ναυπλίου και τη φρουρά που συνόδευε τον τότε βασιλιά Όθωνα, που μόλις είχε έρθει από την Γερμανία.

 

                                     Η ιστορία του μνημείου

 

     Στις 25 Ιανουαρίου 1833, ο 17χρονος βασιλιάς Όθων έφτασε στην πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, το Ναύπλιο.  συνοδευόταν από Βαυαρούς συμβούλους και αξιωματούχους και παρέμεινε στο Ναύπλιο για 11 μήνες.  Ωστόσο, το μεσογειακό κλίμα και οι φτωχικές συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα, δυσχέραιναν την καθημερινότητα των Βαυαρών.Το κλίμα ήταν βαρύ, με αποτέλεσμα να αρρωσταίνουν συχνά και πολλοί Βαυαροί προσβλήθηκαν από κοιλιακό τύφο και έχασαν τη ζωή τους.

Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ ήδη η πρωτεύουσα είχε μεταφερθεί στην Αθήνα, ο πατέρας του Όθωνα, ο γνωστός φιλέλληνας, Λουδοβίκος Α’, ζήτησε από τον Βαυαρό γλύπτη, Κρίστιαν Ζίγκελ, να φιλοτεχνήσει γλυπτό στη μνήμη των ανθρώπων που πέθαναν στο Ναύπλιο εξαιτίας της επιδημίας. Ο Ζίγκελ σμίλευσε πάνω σε βράχο, στο συνοικισμό Πρόνοια, ένα τεράστιο γλυπτό που είχε τη μορφή λιονταριού. Στη γερμανική επιγραφή που υπάρχει κάτω από το γλυπτό αναφέρεται η αφιέρωση στους Βαυαρούς που έχασαν τη ζωή τους στην επιδημία. Φέρει ομοιότητες με το «λιοντάρι της Κέας», το αρχαίο γλυπτό που σμιλεύτηκε στο βράχο της χώρας του νησιού τον 6ο αιώνα π.Χ. 

 

 

 



Ένα γλαφυρό περιστατικό με τον Παπαδιαμάντη

 



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο «ιδανικός» αναχωρητής των Γραμμάτων μας |  ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ | thepressroom.gr

 

 

       Μια συγκινητική περιγραφή από τον δημοσιογράφο και επιφυλλιδογράφο  Σταμάτη Σταματίου (1845 – 1946), με τίτλο “Πώς τον πρωτογνώρισα”, μας εξιστορεί ένα αληθινό περιστατικό από κάποια Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη. Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε το 1943 στα Αθηναϊκά Νέα.
Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ακρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Ο Σταματίου δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση, ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως συνήθιζαν να δίνους στους φτωχούς της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του:
 
 
“…άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά τη φτωχική εμφάνιση, τα γένια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαμψό του πρόσωπο, ήταν κόκκινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός. 
 
– Ο κύριος Σταματίου;
 
 Ενόμισα πως ήταν κανένας απ’ τους φτωχούς, που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουν σημείωμα για να λάβουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.
 
– Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ κι αμέσως θα σας διευκολύνω.
Εκάθισε σκυφτός με γυρισμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.
 
– Ο κακομοίρης, σκέφτηκα, φτώχεια μεγάλη θα ‘χει!
Και τον κοίταζα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.
 
– Ορίστε, του είπα, άμα τελείωσα.
 
– Με ζητήσατε;
 
– Όχι, εγώ δε σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.(…)

Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογένειάς του.(…)Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μια πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του κι έκαμα μιαν απόδειξη για τριάκοντα δραχμές.

– Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριο. 

Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σα να κοντοστεκότανε. 

 – Κι αυτά τι να τα κάμω; Δεν τα θέλετε; Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.

– Κράτησέ τα, του είπα. Εμάς δε μας χρειάζονται. Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός να φύγει, ξαναγύρισε.

– Τότε αφού δε σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τί δικαίωμα θα πληρωθώ; 

– Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.

– Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.

– Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα. Σας τα δίνουμε εμείς!

– Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε. Και τα άφησε σιγά και μαλακά πάνω στο τραπέζι. Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.

– Μα τι είναι, επιτέλους αυτά, του λέω, και πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;

– Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.

– Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιος είστε εσείς;

– Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

– Ο ίδιος;

– Ο ίδιος και ολόκληρος.

Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πέννα έφυγε απ΄τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, εικόνες, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σα να στροβιλίστηκαν γύρω μου κι έκανα ώρα να συνέλθω.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωϊσμό, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!…

Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος, και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου! (…)

Του έσφιξα το χέρι χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα στο σκοτάδι…

Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κεριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ…”.

 

 

Πηγές:  sarantakos.wordpress.com, arxeion-politismou.gr